αἴθυγμα

αἴθυγμα
gleam
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίθυγμα — αἴθυγμα, το (Α) [αἰθύσσω] σπίθα, λάμψη, λαμπρότητα, φεγγοβολώ (και μτφ.) …   Dictionary of Greek

  • αἰθυγμάτων — αἴθυγμα gleam neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγμασι — αἴθυγμα gleam neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγματα — αἴθυγμα gleam neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰθύγματος — αἴθυγμα gleam neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιθύσσω — αἰθύσσω (Α) 1. θέτω σε βίαιη κίνηση, ανακινώ, ταράζω 2. (για φύλλα) σειέμαι, ανατριχιάζω, αναρριγώ 3. (αμτβ.) πετάω, ανεβαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴθω εκφραστικός (λόγω τής καταλήξεως ύσσω) ενεστώτας, που χρησιμοποιείται συνήθως με μεταφορική σημασία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.